- περικομίζω
- περι-κομίζω, herumtragen, -fahren, -schaffen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
περικομίζω — Α 1. κομίζω κάτι ολόγυρα, περιφέρω 2. συντηρώ τρέφω 3. παθ. περικομίζομαι (για πλοία) περιπλέω («ἅς έπλήρωσαν εἰς τὸν Ὑλλαϊκόν λιμένα, ἐν ὅσῳ περιεκομίζοντο», Βάο.) … Dictionary of Greek
περικομίζουσι — περικομίζω pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) περικομίζω pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομιζομένῳ — περικομίζω pres part mp masc/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομισθῆναι — περικομίζω aor inf pass … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομισάτω — περικομίζω aor imperat act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομίζειν — περικομίζω pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομίζοντας — περικομίζω pres part act masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομίζοντες — περικομίζω pres part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομίζουσα — περικομίζω pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομίζωσι — περικομίζω pres subj act 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομιδή — ἡ, Μ [περικομίζω] η ενέργεια τού περικομίζω, περιφορά … Dictionary of Greek